Παρασκευή 24 Φεβρουαρίου 2012

Κατά πόσο η λαϊκή αντίδραση βρίσκεται σε αντιστοιχία με τις ανάγκες των καιρών;


Είναι κοινός τόπος πως η επίθεση που δέχεται ο ελληνικός λαός και τα όσα ζει δεν έχουν προηγούμενο. Πρόκειται για τα χειρότερα αντιλαϊκά μέτρα που έχουν παρθεί όχι μόνο από το 1974 αλλά ίσως και μετά τη λήξη του πολέμου. Η επίθεση εξελίσσεται σε όλα τα επίπεδα: εργασιακό, δημοκρατικά δικαιώματα και αστικοδημοκρατικοί θεσμοί, εθνική ανεξαρτησία.
Κοινωνική αντίδραση υπάρχει. Οι γενικές απεργίες που διεξάχθηκαν από την ημέρα εφαρμογής του μνημονίου είναι περίπου 25. αριθμός μεγάλος αν αναλογιστεί κάποιος για ποια ΓΣΕΕ μιλάμε και ότι στην αντίστοιχη ιστορική φάση στην Αργεντινή δε διεξήχθη καμία γενική απεργία. Πολιτικές ζυμώσεις γίνονται, αντιδράσεις πολύμορφες υπήρξαν. Τα περιστατικά με τους αστούς πολιτικούς που δεν μπορούν να σταθούν πουθενά, τα συνθήματα στα γήπεδα, οι αντιδράσεις στα χαράτσια, οι καταλήψεις υπουργείων κι εν γένει δημόσιων κτιρίων, η απεργία των χαλυβουργών, οι αποδοκιμασίες στις παρελάσεις, τα μαζικά συλλαλητήρια στην πλατεία Συντάγματος και σε άλλες πόλεις της Ελλάδας, τα επαναλαμβανόμενα συλλαλητήρια, υπογραμμίζουν την παραπάνω διαπίστωση.
Όλα αυτά, όμως, δεν μπορούν να συνθέσουν μιαν εικόνα επαναστατικής κατάστασης ή κάτι που να την προσεγγίζει.

Είναι πολλοί αυτοί που αναρωτιούνται γιατί οι κοινωνικές αντιστάσεις είναι πίσω από τις απαιτήσεις των καιρών. Γιατί η λαϊκή αντίσταση δεν έχει ένα συγκεκριμένο ρυθμό, δεν έχει διάρκεια, δεν υπάρχουν συγκεκριμένοι στόχοι, δεν υπάρχει συντονισμός ή σε κάποιες των περιπτώσεων δεν είναι ιδιαίτερα μαζική. Σε αυτά ακριβώς τα ερωτήματα θα επιχειρήσουμε να δώσουμε κάποιες πρώτες απαντήσεις. Η ορθή ερμηνεία του φαινομένου έχει την αξία της, αφού αν επισημανθούν τα πραγματικά αίτια του, ίσως, και να δοθεί απάντηση όχι μόνο σε θεωρητικό αλλά και σε πρακτικό επίπεδο.
Πριν την κατάθεση των σκέψεών μας, να διευκρινίσουμε προς αποφυγή παρεξηγήσεων, πως οι κοινωνικές αντιστάσεις που έχουν σημειωθεί μέχρι σήμερα είναι αξιοσημείωτες. Εκατοντάδες χιλιάδες λαού, ίσως και εκατομμύρια, έχουν κατέβει στο δρόμο από την ημέρα εφαρμογής του πρώτου μνημονίου. Οι περισσότεροι από αυτούς κατέβηκαν για πρώτη φορά σε κινητοποιήσεις και απεργίες. Τα δυο μεγάλα κόμματα του αστικού στερεώματος μαζί με τη γνωστή τσόντα του ΛΑΟΣ, αμφισβητούνται πλέον μαζικά. Από αυτή την άποψη τα βήματα που έχουν γίνει είναι σημαντικότατα. Επειδή, όμως, αυτό που μας ενδιαφέρει είναι τα βήματα αυτά να έχουν συνέχεια, να είναι ακόμη μεγαλύτερα και πιο αποφασιστικά και κυρίως να έχουν προοπτική, αναζητούμε τα αίτια της αναντίστοιχης, κατά τη γνώμη μας αντίδρασης με το βάθος και το εύρος της επίθεσης που δέχεται ο ελληνικός λαός.

[Ι] Ως ένα πρώτο αίτιο επισημαίνουμε την έλλειψη ενός καθαρού πολιτικού προσανατολισμού που θα βοηθούσε στη συσπείρωση ευρύτερων μαζών. Όχι μόνο του κόσμου της αριστεράς αλλά και μαζών που δεν είχαν αγωνιστικές εμπειρίες στο παρελθόν. Που θα συγκέντρωνε την πλειονότητα της εργατικής τάξης της οποίας η η συμμετοχή είναι βαρόμετρο για την τροπή των πολιτικών εξελίξεων αλλά και άλλων κοινωνικών στρωμάτων όπως μικροαστών και φτωχομεσαίων αγροτών. Αυτό που λείπει είναι ένα συνεκτικό πολιτικό σχέδιο που να μπορεί να συνεγείρει τους εργαζόμενους, να δίνει απαντήσεις για το σήμερα και για το αύριο, που θα πιάνει τον παλμό της κοινωνίας αλλά και θα βρίσκεται κι ένα βήμα μπροστά. Το συνεκτικό πρόγραμμα πρέπει να είναι στο περιεχόμενο αντιιμπεριαλιστικό-αντιμονοπωλιακό-δημοκρατικό και να περιλαμβάνει ένα πακέτο αιτημάτων που βγαίνει έξω από τα διαχειριστικά πλαίσια.
Γίνονται, βέβαια, προσπάθειες που έχουν ως βάση τους μια τέτοια λογική, αλλά δεν είναι συντονισμένες, δεν είναι πάντα ξεκάθαρες στο περιεχόμενό τους, διέπονται από μικροαστικές λογικές και αντιφάσεις. Σε κάθε περίπτωση, δεν υπάρχει ένας πολιτικός φορέας που να ηγηθεί μιας τέτοιας προσπάθειας και βέβαια αναφερόμαστε σε μια πολιτική δύναμη από το πολιτικό στερέωμα της αριστεράς.
Οι εξωκοινοβουλευτικές δυνάμεις της αριστεράς έχουν μεγάλη ευθύνη γιατί στο παρελθόν εγκλώβισαν ένα τμήμα της μαχόμενης νεολαίας και ένα μικρότερο της εργατικής τάξης σε αδιέξοδες αριστερίστικες λογικές (υπερπροβολή στρατηγικού στόχου, σεχταρισμοί κ.λπ.). Εξακολουθούν να έχουν ευθύνες και στην παρούσα φάση, παρά τα σημαντικά και θετικά βήματα που έχουν γίνει για τη διαμόρφωση ενός πολιτικού μετώπου. Δεν αποσαφηνίζουν τη στάση τους μπροστά σε ενδεχόμενες εξελίξεις που μπορεί να προκύψουν στο άμεσο ή στο λιγότερο άμεσο μέλλον. Για παράδειγμα ποια θα είναι η στάση τους σε μια κυβέρνηση αντιιμπεριαλιστικού-αντιμονοπωλιακού προσανατολισμού. Πολύ περισσότερο δε θέτουν ως στόχο τη δημιουργία ενός μετώπου που θα διεκδικήσει την κυβερνητική εξουσία με απώτερο στόχο την ανατροπή του καπιταλισμού.
Ο Συνασπισμός και ο ΣΥΡΙΖΑ έχουν άλλου είδους ευθύνες. Ο ΣΥΝ ταλαιπώρησε για χρόνια το κίνημα με τις ευρωλαγνείες του. Ας θυμηθούμε πως μαζί με ΝΔ και το ΠΑΣΟΚ ψήφισε τη συνθήκη του Μάαστριχτ. Στην παρούσα φάση προκαλεί συγχύσεις με τις θέσεις του. «Έκδοση ευρωομολόγων» ήταν η αρχική του πρόταση για την αντιμετώπιση του ελληνικού προβλήματος. «Διαχωρισμός του χρέους σε επαχθές και νόμιμο», ήταν η επόμενη πρόταση. «Τριετή αναστολή της πληρωμής του χρέους» είναι η πιο πρόσφατη. Ενώ, παράλληλα, όλο αυτό τον καιρό φλερτάρει με πασοκογενείς δυνάμεις που αποχώρησαν από το ΠΑΣΟΚ, αλλά ευθύνονται για τη σημερινή κατάσταση, «βουτώντας τα- έτσι- στην κολυμπήθρα του Σιλωάμ».
Τις μεγαλύτερες των ευθυνών τις έχει αντικειμενικά το ΚΚΕ. Χωρίς αμφιβολία είναι εκείνο το κόμμα που συσπειρώνει την πλειονότητα της εργατικής πρωτοπορίας, έχει πλούσιο αγωνιστικό παρελθόν και είναι το μαζικότερο. Ωστόσο, η ηγεσία του έχει επιλέξει τα τελευταία χρόνια ένα αδιέξοδο μοναχικό δρόμο. Έχει αποσυνδέσει ή ταυτίσει την τακτική του με τη στρατηγική του. Δεν επιδιώκει καμία κοινωνική και πολιτική συσπείρωση, έχει ξεχάσει το στόχο δημιουργίας ενός ΑΑΔΜ που, άλλωστε, είναι στόχος του Προγράμματός του, κατακεραυνώνει την οποιαδήποτε άποψη έχει αναφορά στην εξαρτημένη Ελλάδα (η ηγεσία του ΚΚΕ θεωρεί ότι η Ελλάδα δεν είναι οικονομικά και πολιτικά εξαρτημένη), παραβλέπει κάθε αντίθεση εκτός της βασικής (κεφάλαιο-εργασία). Θέτει ως προϋπόθεση συμμαχίας την αποδοχή της Λαϊκής Εξουσίας, δηλαδή της Δικτατορίας του Προλεταριάτου. Αν η ηγεσία του ΚΚΕ αποφάσιζε να πάρει μια πρωτοβουλία συντονισμού κινημάτων, κινήσεων και κομμάτων, αν κατέθετε για διάλογο μια πολιτική πρόταση, είναι σίγουρο πως όλα θα ήταν διαφορετικά. Δυστυχώς, όμως το παραπάνω σκεπτικό χαρακτηρίζεται από την ηγεσία του ΚΚΕ ως οπορτουνισμός κι έτσι καλυμμένη πίσω από χαρακτηρισμούς και μόνο, βαδίζει ένα δρόμο που αργά ή γρήγορα θα συναντήσει «τοίχο». Οι ιστορικές ευθύνες της ηγεσίας του ΚΚΕ θα είναι τεράστιες (και είναι τεράστιες) για το έγκλημα που συντελείται εις βάρος του ελληνικού λαού. Δυστυχώς, η ηγεσία του ΚΚΕ αδυνατεί να διδαχτεί από την ιστορική εμπειρία του ΕΑΜ, της ΕΔΑ (στέκεται μόνο στα λάθη και στις ελλείψεις) καθώς και από την τακτική του Λένιν και των Μπολσεβίκων.

[ΙΙ] Μια δεύτερη αιτία έχει να κάνει με αυτό που καθιερώθηκε να λέγεται «δόγμα του σοκ». Η ορολογία προήλθε από τη Ναόμι Κλάιν που προσπάθησε να περιγράψει την, ανά τον κόσμο, πολιτική του ΔΝΤ. Να το πούμε απλά: όταν χτυπήσεις έναν άνθρωπο, αυτός κατά πάσα πιθανότητα θα αντιδράσει χτυπώντας σε επίσης, παρά τον αρχικό του αιφνιδιασμό. Αν, όμως, τα χτυπήματα είναι αλλεπάλληλα και μεγάλης ισχύος, τότε ο πληττόμενος δεν προλαβαίνει να αντιδράσει, πέφτει στο καναβάτσο και κοιτάει αποσβολωμένος. Αυτό ακριβώς το μοντέλο κοινωνικής συμπεριφοράς το κατέχουν πολύ καλά τόσο οι διεθνείς ιμπεριαλιστικοί οργανισμοί, όσο και η αστική τάξη της Ελλάδας και τα κόμματά της. Γνωρίζοντας, λοιπόν, τη συμπτωματολογία που ακολουθεί μια βίαιη επίθεση, μάλλον ένοιωθαν ασφαλείς όταν αποφάσιζαν να εφαρμόσουν τη σημερινή πολιτική τους. Βέβαια θα πρέπει να διευκρινίσουμε πως δεν αποδεχόμαστε το σκεπτικό της Ναόμι Κλάιν που περίπου εξηγεί αυτό που συμβαίνει στον κόσμο ως μια παγκόσμια συνωμοσία των πλουσίων. Ασφαλώς και υπάρχουν στοιχεία σχεδιασμού και υπόγειων συνεννοήσεων. Βεβαίως και υπάρχουν καταστρωμένα σχέδια, αλλά αν μείνουμε σε αυτό τότε έχουμε μια ερμηνευτική αδυναμία. Δεν εξηγούμε γιατί γίνεται αυτό που γίνεται και μένουμε στην επιφάνεια. Ξεχνάμε ότι σήμερα ο καπιταλισμός διέρχεται από μια παγκόσμια καπιταλιστική κρίση υπερπαραγωγής και υπερσυσσώρευσης και λίγο ως πολύ ανάγουμε την επίλυση της σημερινής κρίσης σε ηθικά προτάγματα. Από αυτή την άποψη ο Τ. Φωτόπουλος έχει δίκιο όταν κάνει κριτική στο σκεπτικό της Ναόμι Κλάιν, ωστόσο είναι υπερβολικός όταν χαρακτηρίζει συλλήβδην τη σκέψη της μια ανοησία.

[ΙΙΙ] Μια τρίτη αιτία σχετίζεται με τον τρόπο με τον οποίο αλλοτριώθηκαν οι συνειδήσεις τις προηγούμενες δεκαετίες. Τα αστικά κόμματα φρόντισαν από το 1974 κι έπειτα να δημιουργήσουν κομματικούς στρατούς που τελούσαν υπό ομηρία. Αυτό επιτυγχανόταν μέσω των διορισμών στο δημόσιο ή την υπόσχεση για διορισμό, την εξυπηρέτηση με κάθε τρόπο προσωπικών ή στενών συμφερόντων. Η συνείδηση εκατοντάδων χιλιάδων ανθρώπων αλλοτριώθηκε μέσω αυτής της διαδικασίας. Αρνούνταν ή φοβόντουσαν να συμμετάσχουν στις απεργίες και γενικότερα στις κοινωνικές διεκδικήσεις. Ψήφιζαν το ένα από τα δυο κόμματα, ανάλογα με το αν τους είχε διορίσει ή τους είχε υποσχεθεί κάποιο διορισμό. Έτσι, όταν προέκυψε η κρίσιμη στιγμή, η στιγμή δηλαδή που ξεκίνησαν οι δανειακές συμβάσεις και τα μνημόνια, το μεγαλύτερο τμήμα του λαού βρέθηκε απροετοίμαστο από την άποψη της αγωνιστικής εγρήγορσης. Οι αυταπάτες για το ρόλο των κομμάτων δεν έσπασαν εύκολα και οι φοβίες και οι δισταγμοί παρέμειναν σε μεγάλο βαθμό.

[ΙV] Στην προηγούμενη παράμετρο προσθέτουμε και την καταρράκωση του σοσιαλιστικού οράματος. Η καταρράκωση αυτή προέκυψε πρώτα και κύρια από τη διάλυση των σοσιαλιστικών κρατών προς το τέλος του 20ου αιώνα. Αυτό το τεράστιο ιστορικό πισωγύρισμα, βοήθησε τον ιμπεριαλισμό να ενδυναμώσει την ιδεολογική του επίθεση και να του δώσει ανάσα ζωής. Το πολιτικό αυτό γεγονός δεν πρέπει να υποτιμηθεί, αφού η έλλειψη στρατηγικού οράματος αποδυναμώνει τον όποιο κοινωνικό αγώνα και αδυνατεί να του δώσει προοπτική. Όμως, το σοσιαλιστικό όραμα βλήθηκε και για ένα άλλο λόγο. Από την πορεία της σοσιαλδημοκρατίας σε όλο τον κόσμο που άλλωστε δεν είναι νέο φαινόμενο. Τα σοσιαλδημοκρατικά κόμματα βομβάρδισαν τη Γιουγκοσλαβία, επέβαλλαν τις πιο σκληρές αντιλαϊκές πολιτικές, αποδυνάμωσαν δημοκρατικούς θεσμούς και υπερκέρασαν σε αντιδραστικότητα τα κλασικά αστικά συντηρητικά κόμματα. Όλο αυτό το πλαίσιο δημιούργησε μεγάλες απογοητεύσεις και στρέβλωσε το σοσιαλιστικό όραμα.

[V] Σε συνάφεια με τα παραπάνω σημειώνουμε και την αποδυνάμωση των συνδικάτων της χώρας. Ο αριθμός των συνδικαλισμένων εργατών δεν υπερβαίνει το 20% και μάλιστα δεν παρουσιάζει ανοδικές τάσεις εν μέσω κρίσης (ίσως και να υπάρχει φθίνουσα πορεία). Πρόκειται για ένα σοβαρό δείκτη που υπογραμμίζει το σχετικά χαμηλό επίπεδο πολιτικής συνείδησης. Το χαμηλό ποσοστό των συνδικαλισμένων εργατών συνοδευόταν και από το μικρό αριθμό συμμετασχόντων στις διαδικασίες των σωματείων, τις ισχνές απεργίες, τις άμαζες συνελεύσεις. Αν η εργατική τάξη δεν αποφασίζει να συμμετάσχει στα κοινά, τότε οι προσδοκίες για αλλαγή της πολιτικής ρότας δεν μπορεί παρά να είναι μειωμένες. Το τονίσαμε και σε προηγούμενο σημείο. Η συμμετοχή της εργατικής τάξης στις κοινωνικές διεκδικήσεις είναι βαρόμετρο. Η απουσία της ή η μικρή συμμετοχή της δεν μπορεί να δημιουργήσει στίγμα στους κοινωνικούς αγώνες, πολύ περισσότερο να δώσει προοπτική.

[VI] Δεν είναι, όμως, μόνο τα ισχνά σωματεία αλλά και οι συσχετισμοί στα τριτοβάθμια συνδικαλιστικά όργανα (ΓΣΕΕ και ΑΔΕΔΥ). Σε αυτά τα όργανα την απόλυτη πλειοψηφία την έχουν οι δυνάμεις του δικομματισμού, εμποδίζοντας με αυτό τον τρόπο την ανάπτυξη των αγώνων. Καλλιέργησαν στο παρελθόν συντεχνιακές και ρεφορμιστικές λογικές, αλλά κυρίως καλλιέργησαν το πνεύμα της κοινωνικής συναίνεσης, του κυβερνητικού κι εργοδοτικού συνδικαλισμού. Τα πρόσωπα που απαρτίζουν την ηγεσία της ΓΣΕΕ δεν μπορούν να συνεγείρουν τις μάζες. Πώς άλλωστε μπορεί να γίνει αυτό όταν ο πρόεδρος της ΓΣΣΕ έχει εισοδήματα της τάξης των 150.000 ευρώ ετησίως, όταν κατά τη διάρκεια του δεύτερου μνημονίου κηρύχτηκαν δυο απεργίες την τελευταία στιγμή χωρίς καμία οργάνωση; Επίσης, σε όλες τις άλλες απεργίες που πραγματοποιήθηκαν, η οργάνωση ήταν ομοίως ανύπαρκτη.

[VII] Άλλη αιτία αποτελεί η επιχειρηματολογία και τα πλαστά διλήμματα που τέθηκαν στον ελληνικό λαό, από ΕΕ, ΔΝΤ, ΝΔ, ΠΑΣΟΚ, ΛΑΟΣ και ΜΜΕ, στην παρούσα φάση. Το αντιδραστικό αυτό μπλοκ, παρά την κρίση ή τα σημάδια κρίσης συνιστωσών του, δεν πρέπει να υποτιμηθεί. Οι εκβιασμοί που τέθηκαν μπορεί να μη βρήκαν την ανταπόκριση που επιθυμούσαν οι εμπνευστές τους, δεν σημαίνει, όμως, ότι έπεσαν στο κενό. Το μεγαλύτερο τμήμα του ελληνικού λαού βλέπει μπροστά του ένα οικονομικό και πολιτικό αδιέξοδο: από τη μια βλέπει τον ένα δρόμο που είναι η σημερινή λαίλαπα, από την άλλη βλέπει την (επίσημη) πτώχευση που θα συνοδεύεται, κατά τα λεγόμενα του μαύρου μπλοκ, από έλλειψη τροφίμων, φαρμάκων και αβάσταχτη ακρίβεια. Δεν μπορεί να δει τον άλλο δρόμο και οπωσδήποτε η αδυναμία αυτή σχετίζεται με πολλές από τις αιτίες που αναφέραμε ήδη.

[VIII] Επιπροσθέτως, στην ειδική αυτή περίοδο η αντίδραση του ελληνικού λαού εξαρτάται και από την κατανόηση του προβλήματος. Στο βαθμό που καταλαβαίνει κάποιος τα αίτια της σημερινής κρίσης, δηλαδή κατανοεί πως πρόκειται για μια καπιταλιστική κρίση υπερπαραγωγής κι όχι δημοσιονομική κρίση που αποδίδεται στις κρατικές ρεμούλες και στο δήθεν υπερδιογκωμένο δημόσιο, βλέπει και διαφορετικά και τον τρόπο κοινωνικής αντίδρασης. Δεν περιορίζει την κριτική του στους πολιτικούς «λαμόγια» και στην τιμωρία τους, αλλά βλέπει πιο βαθιά και πιο μακριά. Όμως, είναι αμφίβολο κατά πόσο οι εργαζόμενοι έχουν κατανοήσει το χαρακτήρα της κρίσης και κατά πόσο έχουν ξεφύγει από τα ιδεολογήματα που πλασάρονται κατά κόρον.

[IX] Εκτός, όμως, από τον παραπάνω λόγο δε θα πρέπει να παραβλέπουμε ότι ανεξάρτητα από τις ειδικές συνθήκες που βιώνουμε, που απαιτούν από την πλευρά του μαύρου μετώπου ειδικές μεθόδους προπαγάνδας και ιδεολογικής ζύμωσης, υπάρχουν παράλληλα και τα κλασικά αίτια στα οποία οφείλεται η φενακισμένη συνείδηση. Δεν είναι πάντα εύκολο οι εργάτες να διακρίνουν το μηχανισμό μέσω του οποίου ο κεφαλαιοκράτης καρπώνεται τα κέρδη του, δηλαδή δε διακρίνει πάντα το μηχανισμό της υπεραξίας. Η αποκωδικοποίηση αυτού του μηχανισμού είναι μείζονος σημασίας, αφού πρόκειται για εκείνο το κομβικό σημείο όπου ο εργάτης κατανοεί βαθιά τον τρόπο εκμετάλλευσής του. Η διαστρωμάτωση της εργατικής τάξης επίσης δε βοηθά στο να δει η εργατική τάξη την κοινότητα των συμφερόντων της. Δημόσιοι, ιδιωτικοί, υψηλόμισθοι, χαμηλόμισθοι, χειρώνακτες, διανοούμενοι, εργάτες συγκεντρωμένοι σε εργασιακούς χώρους κι εργάτες σε μικρές επιχειρήσεις και άλλες κατηγορίες, δημιουργούν μια αίσθηση πολυδιάσπασης που ενισχύεται και από αστικά ιδεολογήματα. Τέλος σε αυτά τα κλασικά αίτια προσθέτουμε και όλους τους μηχανισμούς ιδεολογικής χειραγώγησης που λειτουργούν χωρίς διακοπή: ΜΜΕ, σχολεία, πανεπιστήμια, εκκλησία κ.ά δε σταματάνε να εργάζονται υπέρ του συστήματος και σε κρισιακές περιόδους και σε εποχές «παχιών αγελάδων» (διευκρινίζουμε πως το γεγονός ότι σχολεία και πανεπιστήμια αποτελούν χώρους αναπαραγωγής της αστικής ιδεολογίας, δε σημαίνει ότι μετατρέπει τους εκπαιδευτικούς σε αντιδραστικά υποκείμενα που δεν ανήκουν στη εργατική τάξη, κατά ορισμένες θεωρίες που κυκλοφορούν).

[X] Η κρατική τρομοκρατία είναι ένας σοβαρότατος παράγοντας για την ανάσχεση των κοινωνικών αντιδράσεων. Και αυτή η κρατική τρομοκρατία επιβάλλεται ποικιλόμορφα: διακοπή του ρεύματος σε περίπτωση μη πληρωμής των χαρατσιών, νομοθεσία που δυσκολεύει τη συνδικαλιστική δράση, απαγόρευση ή περιορισμός διαδηλώσεων και άσκηση ωμής βίας με την καταστολή των λαϊκών κινητοποιήσεων (χρήση χημικών, συλλήψεις, χτυπήματα κ.ά). Όμως, νομίζουμε πως η σχεδιασμένη προβοκάτσια που πλέον έχει πάρει σοβαρές διαστάσεις είναι εκείνος ο παράγοντας που εκφοβίζει περισσότερο από όλους τους άλλους. Οι προβοκάτορες ασφαλίτες σπάζοντας, καίγοντας, κάνοντας πλιάτσικο, δίνοντας αφορμή για εκτεταμένη χρήση βίας, εμποδίζουν μεγάλα τμήματα του λαού να διαδηλώσει. Παράλληλα αποπροσανατολίζουν τη συζήτηση και την μεταθέτουν από τα κεντρικά οικονομικά, πολιτικά και κοινωνικά προβλήματα στο θέαμα του μπάχαλου. Δημιουργούν σύγχυση για το ποιος προκαλεί τα επεισόδια, ενώ ικανοποιούν και ορισμένα τμήματα που είτε είναι μικροαστικά, είτε φορείς μικροαστισμού, νιώθουν να εκτονώνονται με τα εκτεταμένα επεισόδια κι έτσι τα επικροτούν. Σε κάθε περίπτωση, είτε διασπείρεται ο φόβος, είτε εξασφαλίζεται η σιωπηρή συμφωνία, τα στημένα επεισόδια λειτουργούν ανασχετικά στην ανάπτυξη του κινήματος.

[XI] Η ανεργία και ο φόβος της απόλυσης είναι ένας κλασικός παράγοντας που εμποδίζει ειδικά την ανάπτυξη των απεργιών. Δεν είναι ένα φαινόμενο που εμφανίζεται ειδικά σήμερα, αλλά όταν η ανεργία έχει φτάσει το 20% (η ανεπίσημη εκτιμάται ότι υπερβαίνει το 25%) αυτός ο παράγοντας ενισχύεται.
Ειδικά για τις απεργιακές κινητοποιήσεις η δυσκολία συμμετοχής μεγεθύνεται, αφού, πλέον, η απώλεια ενός μεροκάματου βαραίνει πολύ τον οικογενειακό προϋπολογισμό. Δεν είναι λίγες οι φορές που οι εργαζόμενοι στο χώρο δουλειάς ομολογούνε πως δεν απεργούνε γιατί δυσκολεύονται οικονομικά.

[XII] Πολλές φορές ορισμένα διεθνή γεγονότα και το κίνημα που αυτά δημιουργούν στο παγκόσμιο σκηνικό, επηρεάζουν άμεσα το κίνημα σε πολλές χώρες. Για παράδειγμα στη δεκαετία του 1960 η αντίδραση του αμερικανικού λαού απέναντι στην αμερικανική επέμβαση στο Βιετνάμ, επέδρασε στο κίνημα και σε άλλες χώρες. Δηλαδή η εκδήλωση μιας έκρηξης σε ένα μέρος ενός εσωτερικού συστήματος, επηρεάζει ή μπορεί να επηρεάσει και άλλα μέρη του συστήματος. Σήμερα αυτές οι εκρήξεις υπάρχουν (βλέπε Β. Αφρική) αλλά φαίνεται πως δεν είναι ικανές να συμπαρασύρουν και άλλα μέρη του συστήματος, παρά μόνο σε περιορισμένη γεωγραφική ζώνη. Άλλοτε πάλι δεν εκδηλώνονται συγχρονισμένα. Για παράδειγμα στην Αργεντινή η έκρηξη εκδηλώθηκε περίπου δέκα χρόνια νωρίτερα από ό,τι στην Ελλάδα. Κανείς δεν ξέρει πώς θα επηρεαζόταν το κίνημα στην Ελλάδα αν υπήρχε χρονικός συντονισμός. Ίσως το κίνημα που αρχίζει τώρα να εκδηλώνεται διεθνώς υπέρ της Ελλάδας, να παίξει το ρόλο του στο άμεσο ή στο μακρινότερο μέλλον.

Ορισμένα συμπεράσματα

[I] Είναι σίγουρο πως η πίεση στα εργατικά εισοδήματα και η εξαθλίωση δε φέρνουν νομοτελειακά επαναστατικά ξεσπάσματα. Οι αλλαγές στην υλική βάση δεν επιδρούν με ένα γραμμικό τρόπο στη συνείδηση. Η συνείδηση είναι εξαιρετικά περίπλοκη και θα ήταν πέρα για πέρα απλουστευτικό να υιοθετήσει κάποιος τη θεωρία εξαθλίωσης σύμφωνα με την οποία «η σφοδρή επίθεση στα εργατικά δικαιώματα, φέρνει αυτόματα και επαναστατική συνείδηση». Η συνείδηση ασφαλώς και επηρεάζεται από τις αλλαγές στη βάση, αλλά αυτό γίνεται με τρόπο σύνθετο. Αν η εξαθλίωση έφερνε επανάσταση τότε αυτή θα είχε πραγματοποιηθεί προ πολλού στην Αφρική και στην Ινδία.
Οι παράγοντες που επηρεάζουν τη συνείδηση έχουν να κάνουν με τους κοινωνικούς και πολιτικούς συσχετισμούς, με το εύρος και το είδος της επίθεσης, με τις αγωνιστικές παραδόσεις ενός λαού, με το διεθνή περίγυρο, με συμβάντα που λαμβάνουν χώρα παράλληλα με την επίθεση στα εργατικά δικαιώματα όπως π.χ. ένας πόλεμος ή η απειλή ενός πολέμου, ένα πραξικόπημα, μια ιμπεριαλιστική επέμβαση κ.ά. Σε κάποιες περιπτώσεις ένα μεμονωμένο γεγονός μπορεί να δώσει το έναυσμα. Για παράδειγμα η αφορμή για την κοινωνική έκρηξη στην Αίγυπτο ήταν η αυτοκτονία ενός απελπισμένου, ενώ στην Ελλάδα ο συσσωρευμένος θυμός ξέσπασε με αφορμή τη δολοφονία του Αλέξη Γρηγορόπουλου το Δεκέμβρη του 2008, παρά το γεγονός ότι ακόμη μνημόνια δεν υπήρχαν.

[II] Η επαναστατική κατάσταση όταν εκδηλώνεται έχει συγκεκριμένα χαρακτηριστικά. Όπως την περιέγραψε ο Λένιν έχει τρία βασικά γνωρίσματα. Το πρώτο είναι η αδυναμία των κυρίαρχων τάξεων να διατηρήσουν σε αναλλοίωτη μορφή την κυριαρχία τους το οποίο βρίσκεται σε συνάρτηση με το ότι οι από κάτω δε θέλουν (το «δεν μπορούν οι πάνω» δεν υπάρχει από μόνο του). Το δεύτερο σχετίζεται με την επιδείνωση των συνθηκών ζωής, που είναι πέρα από το συνηθισμένο. Το τρίτο με το σημαντικό ανέβασμα για τους παραπάνω λόγους της δραστηριότητας των μαζών. Σήμερα «οι κάτω δε θέλουν», αλλά η αντίθεση τους δεν έχει φτάσει ακόμη σε τέτοιο σημείο που να δημιουργεί ακυβερνησία και αδιέξοδα στους πολιτικούς σχηματισμούς. Έστω και δύσκολα, λύσεις μέχρι τώρα έχουν βρεθεί από το αστικό στερέωμα. Το κοινό κυβερνητικό σχήμα, οι προσχωρήσεις από κόμμα σε κόμμα, η αναβολή των εκλογών εμπεριέχουν τόσο τις δυσκολίες όσο και τις δυνατότητες εξεύρεσης λύσεων. Η επιδείνωση των συνθηκών της ζωής είναι δεδομένη, αλλά ακόμη δεν έχει οδηγήσει σε ένα επιθυμητό επίπεδο δράσης τις μάζες. Επομένως, από αυτό που περιέγραψε ο Λένιν, απέχουμε ακόμη πολύ.
Το ζητούμενο δεν είναι μόνο να προκύψει επαναστατική κατάσταση, αλλά να μετουσιωθεί και σε επανάσταση. Οι προϋποθέσεις υπάρχουν: οι αστοί σε λίγο δε θα μπορούν να βρίσκουν με σχετική ευκολία λύσεις. Οι δείκτες είναι άνευ προηγουμένου. Έχουμε, ήδη, αναφέρει το ποσοστό ανεργίας που να σημειώσουμε πως στη νεολαία φτάνει το 50%, το 30% του ελληνικού λαού περίπου, πέρασε το κατώφλι του ορίου φτώχιας, τα 400 ευρώ μηνιάτικο θα είναι σε λίγο καθεστώς, δε θα υπάρχουν συλλογικές συμβάσεις, οι άστεγοι έχουν φτάσει τις 40.000, ενώ όπου προσφέρεται φαγητό, δημιουργούνται «ουρές» που θυμίζουν κατοχή. Η δράση των μαζών συγκριτικά με άλλες εποχές παρουσιάζει άνοδο. Επομένως, υπάρχει το εκρηκτικό μίγμα, αλλά λείπει ένα στοιχείο στο οποίο αναφερόμαστε ευθύς αμέσως.

[III] Από τα αίτια που αναφέραμε, τα περισσότερα αφορούν στο παρελθόν, (π.χ. εξαγορά συνειδήσεων) ή στην αντικειμενική δράση του αντίπαλου ταξικού στρατοπέδου (π.χ. αστική προπαγάνδα). Από αυτή την άποψη τα αίτια αυτά δεν μπορούν να απαλειφθούν. Αυτό, όμως, που μπορεί να υποστεί αλλαγές είναι το πρώτο που αναφέραμε: η δράση του υποκειμενικού παράγοντα. Οι υγιείς δυνάμεις πρέπει να εργαστούν για να υπάρξει ένα ριζοσπαστικό πρόγραμμα καθημερινής πάλης και διεκδίκησης της εξουσίας που θα βάζει τη βάση για τη σωτηρία του λαού και τη δρομολόγηση ρηξικέλευθων πολιτικών εξελίξεων που θα βγαίνουν από το πλαίσιο της διαχείρισης. Η ανάληψη μιας τέτοιας πρωτοβουλίας μπορεί να αποδειχθεί ιστορική.


Οδυσσέας Πραξιάδης

0 σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου

Σημείωση: Μόνο ένα μέλος αυτού του ιστολογίου μπορεί να αναρτήσει σχόλιο.